|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
ΜΙΑ ΗΡΩΙΚΗ ΜΑΝΑ
Στο Άμστερνταμ σαν βρέθηκα με φίλους Ολλανδούς συζήτηση ανοίξαμε για πράματα σπουδαία γι’ ανδραγαθίες λέγαμε και για ηρωισμούς κι άκουσα κι έμαθα πολλά όπου δεν είχα ιδέα.
Ήταν κι οι τρεις τους άνθρωποι με μόρφωση πλατιά κι ινσπέκτορες ταξίδευαν στης γης την όποια χώρα κάθε ιστορία αληθινή, τα λόγια τους φωτιά, μ’ απ’ όλες μια ξεχώρισα και σας τη λέω τώρα. «Θυμάστε», άρχισε ο Γιάν, «το φοβερό σεισμό Δεκέμβρη του ογδόντα οκτώ στη δύστυχη Αρμενία, που το Σπιτάκ αφάνισε κι όλο τον πληθυσμό; Εγώ ’μουν στο Λενινακάν κι έπληττα απ’ την ανία.
Αμέσως, μόλις το ’μαθα, δήλωσα εθελοντής και με την πρώτη αποστολή στρατού και οχημάτων να ’μαι μες στα χαλάσματα, ίσια στο έργον της μακάβριας περισυλλογής τραυματιών, πτωμάτων.
Φίλοι μου, ό,τι κι αν σας πω η γλώσσα μου φτωχειά όποιος δε γνώρισε σεισμό δεν ξέρει τι ’ναι τρόμος, μυρμήγκια είμαστε μπροστά στης φύσης τα στοιχειά, και μήτε η δύναμη φτουράει, μήτε η φυγή κι ο δρόμος.
Ολημερίς ξεθάβαμε και θάβαμε νεκρούς σάμπως να γύρισεν η γης κι ήρθαν τα πάνω κάτου, εικόνες, Θεέ μου, τραγικές που δεν τις βάζει ο νούς, θρήνος και φρίκη, κόλαση και μυρωδιά θανάτου.
Η πέμπτη μέρα πέρασε χωρίς ελπίδα πως ανάμεσα στα ερείπια κάποιο κορμί ανασαίνει, όμως αποφασίστηκε τη νύχτα ένας σκοπός στα πεντακόσια βήματα καλού κακού να μένει.
Με ξύπνησαν μεσάνυχτα, τη βάρδια ξεκινώ μπρος πίσω πάω, απ’ το σχολειό ως το παλιό γεφύρι, απάνωθέ μου ο ουρανός σάβανο σκοτεινό, τριγύρω η πόλη, απέραντο, χορτάτο κοιμητήρι.
Ξάφνου ένα κλάμα αδύναμο ακούεται στη σιγή στέκομαι κι αφουγκράζομαι..., αθόρυβα πλησιάζω... τώρα τ’ ακούω πιο καθαρά... σαν να ’ρχεται απ’ τη γη, είναι το κλάμα ενός μωρού, φωνή μεγάλη βγάζω.
Όλος ο χώρος γέμισε αμέσως προβολείς, μπουλντόζες, μηχανήματα, ΤV, ασθενοφόρα, εργάτες, ξένους ειδικούς, γιατρούς, επιτελείς εδώ, τους λέω, να σκάψομε, εδώ τ’ άκουσα τώρα.
Σε λίγο αυτό που είδαμε στόμα δεν το ’χει πει, και μήτε στ’ όνειρο χωράει, μήτε στη φαντασία σηκώνοντας προσεκτικά κομμάτι από σκεπή το φως μας αποκάλυψε δεν ήταν οπτασία
μια νέα γυναίκα, όμορφη, στο στήθος να κρατεί το βρέφος της, σαν Παναγιά, με κόπο ν’ αναπνέει η αγωνία στο πρόσωπο, η όψη της σβηστή, κι από τις φλέβες των χεριών αίμα να σιγορέει...
Στιγμή δε χάνω, γρήγορα το ξάφνιασμα περνώ και μ’ άλλον ένα ρίχνομαι στο λάκκο για βοήθεια δίνω σ’ εκείνον το μικρό, στη μάνα εγώ γυρνώ, και τη φιλάω δακρύζοντας, φίλοι, σας λέω αλήθεια.
Κι ως κείτονταν λιπόθυμη την παίρνω αγκαλιά και σε φορείο ανέγγιχτο μ’ ευλάβεια την ξαπλώνω μπράτσα γερά και πρόθυμα έμπειρα στη δουλειά, την ανεβάζουν εύκολα καθώς την καμαρώνω...
Όταν συνήλθε αργότερα, χαρούμενη, ευτυχής αν ζω,μας είπε, το χρωστάω σε τούτο το παιδί μου, όσο αναπνέει, σκεφτόμουνα, πρέπει κι εσύ να ζεις για χάρη του, κι αδιάκοπα τού ’δινα το βυζί μου...
Κι όταν το γάλα στέρεψε, το δάκρυ το καυτό, μια μια τις φλέβες άνοιγα και τ’ άφηνα να πίνει πιστεύω πως στη θέση μου η κάθε μάνα αυτό θα ’κανε για το σπλάχνο της. ...Τέτοια μεγαλοσύνη».
Έβγαλε από τον κόρφο του ο φίλος μου ο Γιάν μικρή φωτογραφία της, που είχε φυλαγμένη, και το ποτήρι υψώνοντας: «Στην ΄Εμμα Αγκοπιάν», βρόντηξε, λες, για ν’ ακουστεί σ’ όλη την οικουμένη.
Παναγιώτης Κάλκος |